Σε τροχιά επικίνδυνης κλιμάκωσης εισέρχονται οι ελληνοτουρκικές σχέσεις,
καθώς η Άγκυρα αποκαλύπτει, μέσω γνωστών φερεφώνων της, στο πλαίσιο των
γνωστών ψυχολογικών επιχειρήσεων τις οποίες συνηθίζει, τα επόμενα
βήματα της αναθεωρητικής της στρατηγικής.
Όπως αποκαλύπτει ο δημοσιογράφος της Cumhurriyet, Necat Eslen, το τουρκικό κατεστημένο εκτιμά πως ο παράγοντας του χρόνου λειτουργεί καταλύτικα υπέρ του, βάζοντας στο στόχαστρο τις δομικές και γεωγραφικές ευπάθειες της Ελλάδας.
Από τα απομονωμένα νησιά του Αιγαίου και τα υποθαλάσσια ενεργειακά δίκτυα, μέχρι τις κρίσιμες υποδομές και τους κινδύνους κυβερνοεπιθέσεων, η Άγκυρα δείχνει διατεθειμένη να αξιοποιήσει κάθε μέσο «υβριδικού πολέμου» για να κάμψει την ελληνική αποτροπή.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τον τούρκο δημοσιογράφο, η Ελλάδα αποτελεί τον «κακό γείτονα» της Τουρκίας δυτικά, ενώ η Τουρκία βρίσκεται διαχρονικά στο επίκεντρο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Ως εκ τούτου, ειδήσεις και αναφορές σχετικά με την Τουρκία εμφανίζονται σχεδόν καθημερινά στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης.
Ο πληθυσμός της Τουρκίας είναι περίπου εννέα φορές μεγαλύτερος από εκείνον της Ελλάδας, ενώ η παραγωγική της ικανότητα είναι περίπου 5,5 φορές μεγαλύτερη.
Το 2025, το ΑΕΠ της Τουρκίας προβλεπόταν να ανέλθει σε περίπου 1,6 τρισεκατομμύρια δολάρια, έναντι περίπου 280 δισεκατομμυρίων δολαρίων της Ελλάδας.
Η ετήσια παραγωγική ικανότητα της Ελλάδας αντιστοιχεί περίπου στο ύψος των ετήσιων εξαγωγών της Τουρκίας.
Παράλληλα, εξαιτίας του ανταγωνισμού με την Τουρκία, η Ελλάδα αναγκάζεται να διαθέτει σημαντικό μέρος των περιορισμένων οικονομικών της πόρων για αμυντικές δαπάνες και εξοπλισμούς.
Η Ελλάδα έχει πληθυσμό περίπου δέκα εκατομμυρίων κατοίκων.
Το χαμηλό ποσοστό γεννήσεων, περίπου 1,4%, έχει ως αποτέλεσμα τη σταδιακή γήρανση του πληθυσμού, γεγονός που συνιστά σοβαρή δημογραφική πρόκληση. Στη χώρα διαβιούν διάφορες μειονοτικές και εθνοτικές κοινότητες, μεταξύ άλλων Τούρκοι, Σκοπιανοί, Αλβανοί και Ρομά.
Παράλληλα, η Ελλάδα φιλοξενεί σημαντικό αριθμό μεταναστών από την Αφρική και τη Μέση Ανατολή, καθώς και από γειτονικές χώρες.
Όλοι αυτοί οι παράγοντες συνθέτουν μια σύνθετη και ευαίσθητη δημογραφική πραγματικότητα.
Όπως αναφέρει ο Necat Eslen, τα πολιτισμικά και ψυχολογικά θεμέλια των σχέσεων Ελλάδας και Τουρκίας έχουν διαχρονικά επηρεαστεί από την ιδέα της «Μεγάλης Ιδέας».
Παρότι η Μεγάλη Ιδέα δεν εκφράζεται σήμερα με την ίδια μορφή όπως στο παρελθόν, το ιδεολογικό της αποτύπωμα εξακολουθεί, σε ορισμένες εκφάνσεις του, να είναι αισθητό στον ελληνικό κρατικό μηχανισμό και στη δημόσια ζωή.
Η θρησκεία και οι θρησκευτικές προσωπικότητες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο σε αυτό το πλαίσιο.
Στην Ελλάδα, η θρησκεία δεν αποτελεί αποκλειστικά ζήτημα ατομικής πίστης και συνείδησης, αλλά συνιστά επίσης έναν σημαντικό κοινωνικοπολιτικό παράγοντα, ο οποίος μπορεί να επηρεάζει τις ισορροπίες τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική πολιτική.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Πατριαρχείο στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς βρίσκεται στο σημείο συνάντησης της θρησκείας, της πολιτικής και της ιστορικής κληρονομιάς της Μεγάλης Ιδέας.
Οι ελληνικές θέσεις σχετικά με τη θαλάσσια δικαιοδοσία και την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, καθώς και η πολιτική της Ελλάδας στο Κυπριακό, μπορούν να ιδωθούν από ορισμένους αναλυτές ως σύγχρονες εκφάνσεις ή προεκτάσεις της ιστορικής αντίληψης της Μεγάλης Ιδέας.
Αντιτουρκικό αίσθημα
Ανεξάρτητα από το ποια κυβέρνηση βρίσκεται στην εξουσία στην Ελλάδα, λέει ο Necat Eslen, η εξωτερική πολιτική της χώρας επηρεάζεται σε σημαντικό βαθμό από αντιτουρκικά αισθήματα.
Οι
αναφορές στο παρελθόν, η ανάγκη ενίσχυσης της εθνικής ενότητας στο
εσωτερικό και, ιδιαίτερα, οι πολιτικοί υπολογισμοί σε περιόδους κρίσης
συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας πολιτικής που συχνά βασίζεται στην
αντιπαράθεση με την Τουρκία.
Η οθωμανική κυριαρχία, η καταστροφική κατάληξη της ελληνικής εκστρατείας στη Μικρά Ασία μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο,
καθώς και το ιστορικό τραύμα και η συλλογική μνήμη που συνδέονται με
την τουρκική στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο το 1974, αποτελούν
σημαντικές πηγές αυτού του αισθήματος.
Σε περιόδους οικονομικής
κρίσης και κοινωνικών προβλημάτων, οι πολιτικοί μπορούν να αξιοποιούν το
αντιτουρκικό αίσθημα, ακόμη και μέσω της προβολής απειλών που
αποδίδονται στην Τουρκία, προκειμένου να επηρεάσουν την κοινή γνώμη.
Η αντίληψη αυτή αναπαράγεται και σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, μεταξύ άλλων μέσω της εκπαίδευσης και των μέσων ενημέρωσης.
Σύμφωνα με την ελληνική θέση, το Αιγαίο αποτελεί κατεξοχήν ελληνικό θαλάσσιο χώρο.
Η
Ελλάδα επιδιώκει την άσκηση δικαιωμάτων σε ολόκληρη την υφαλοκρηπίδα
που θεωρεί ότι της αναλογεί, υποστηρίζει το δικαίωμα επέκτασης των
χωρικών της υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια και έχει προχωρήσει στην
ενίσχυση της στρατιωτικής παρουσίας σε νησιά του Αιγαίου, παρά τις τουρκικές αντιρρήσεις και τις σχετικές διεθνείς συμφωνίες.
Παρά το γεγονός ότι διαθέτει χιλιάδες νησιά και νησίδες στο Αιγαίο, η Ελλάδα έχει επίσης εμπλακεί σε διαφωνίες σχετικά με την κυριαρχία επί μικρών βραχονησίδων που βρίσκονται κοντά στις τουρκικές ακτές.
Παράλληλα,
απαιτεί την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από την Κύπρο, τα
οποία χαρακτηρίζει δύναμη κατοχής, καθώς και τον τερματισμό του
καθεστώτος εγγυήσεων της Τουρκίας.
Υποστηρίζει, επίσης, μια
ομοσπονδιακή λύση για το Κυπριακό και επιδιώκει την ενεργότερη εμπλοκή
της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη διαδικασία.
Στην Ανατολική Μεσόγειο, η Ελλάδα προβάλλει θέσεις για τις θαλάσσιες ζώνες και την υφαλοκρηπίδα που η Τουρκία θεωρεί μαξιμαλιστικές.
Οι
διαφορετικές ερμηνείες των δύο χωρών σχετικά με το Δίκαιο της Θάλασσας,
την υφαλοκρηπίδα και την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών αποτελούν μία
από τις βασικές πηγές έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Η
προσπάθεια της Ελλάδας να ενισχύσει τη θέση και την ισχύ της μέσω της
συνεργασίας με μεγάλες δυνάμεις αποτελεί σημαντικό χαρακτηριστικό της
εξωτερικής της πολιτικής απέναντι στην Τουρκία.
Τα τελευταία
χρόνια, η Ελλάδα έχει αναπτύξει στενότερες στρατηγικές σχέσεις και
συμμαχίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γαλλία και το Ισραήλ, ενώ
παράλληλα επιδιώκει να αξιοποιεί τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και,
ιδιαίτερα, την ιδιότητά της ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως
παράγοντες ενίσχυσης της θέσης της έναντι της Τουρκίας.
Από
την τουρκική οπτική, αυτή η στρατηγική δημιουργεί την αντίληψη ότι η
Ελλάδα επιχειρεί να αντισταθμίσει τη γεωπολιτική της ισχύ μέσω της
υποστήριξης ισχυρών συμμάχων, αντί να επιδιώξει μια απευθείας και
συνολική διευθέτηση των διαφορών μεταξύ των δύο χωρών.
H γεωγραφία είναι πεπρωμένο
Η γεωγραφία είναι πεπρωμένο, γράφει ο δημοσιογράφος της Cumhurriyet.
Η Τουρκία και η Ελλάδα
είναι υποχρεωμένες να συνυπάρχουν στην ίδια γεωγραφική περιοχή και, ως
γειτονικές χώρες, θα συνεχίσουν να μοιράζονται κοινά συμφέροντα αλλά και
κοινές προκλήσεις.
Για τον λόγο αυτό, οι Έλληνες πολιτικοί θα πρέπει
να απομακρυνθούν από την εξωτερική κηδεμονία, την εσωτερική ρητορική
της αντιπαράθεσης και τις μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις, υιοθετώντας μια
προσέγγιση αμοιβαίου οφέλους — μια πραγματική αρχή win-win — που θα
μπορούσε να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας διαρκούς και σταθερής ειρήνης.
Ωστόσο,
κανένας πολιτικός ηγέτης στην Ελλάδα δεν φαίνεται να διαθέτει εύκολα το
πολιτικό κεφάλαιο ή τη νομιμοποίηση που απαιτούνται για να αναθεωρήσει
προηγουμένως διακηρυγμένες θέσεις και να προχωρήσει σε έναν ουσιαστικό
συμβιβασμό για ζητήματα όπως το Αιγαίο, η Ανατολική Μεσόγειος και το
Κυπριακό.
Ένας τέτοιος συμβιβασμός θα μπορούσε να έχει
σημαντικό πολιτικό κόστος για την εκάστοτε κυβέρνηση, το κόμμα της και
την προσωπική πολιτική πορεία του ηγέτη που θα τον αναλάμβανε.
Ως
εκ τούτου, η προσδοκία άμεσων και ουσιαστικών αποτελεσμάτων από τις
διαπραγματεύσεις Ελλάδας και Τουρκίας, χωρίς να αντιμετωπιστούν πρώτα οι
βαθύτερες πολιτικές και κοινωνικές αιτίες της αντιπαράθεσης, είναι
εξαιρετικά δύσκολη.
Η αδυναμία των πολιτικών ηγεσιών να
υπερβούν τις εσωτερικές πολιτικές πιέσεις, τις ιστορικές προκαταλήψεις
και τις μαξιμαλιστικές θέσεις αποτελεί ίσως ένα από τα σημαντικότερα
εμπόδια στην πορεία προς την πραγματική ελληνοτουρκική συμφιλίωση.
Η απειλή
Λόγω δε των γεωγραφικών και δημογραφικών της ιδιαιτεροτήτων, η Ελλάδα
αντιμετωπίζει μια σειρά από στρατηγικές ευπάθειες στον τομέα της
ασφάλειας, οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο
εκμετάλλευσης.
Τα νησιά του Αιγαίου, ιδίως εκείνα που βρίσκονται σε
μεγάλη απόσταση από την ηπειρωτική χώρα, παρουσιάζουν αυξημένη
ευαισθησία εξαιτίας της γεωγραφικής τους θέσης, καθώς και της εξάρτησής
τους από μακρές και ευάλωτες γραμμές εφοδιασμού.
Παράλληλα, οι
ενεργειακές διασυνδέσεις και τα υποθαλάσσια καλώδια επικοινωνιών που
εξυπηρετούν τα νησιά αυτά ενδέχεται να καταστούν ευάλωτα σε ασύμμετρες
παρεμβάσεις.
Παράλληλα, κοινωνικές ομάδες που αισθάνονται
περιθωριοποιημένες, καθώς και τμήματα του μεταναστευτικού πληθυσμού,
ενδέχεται να καταστούν ευάλωτα σε κοινωνικές εντάσεις και εσωτερικές
αναταράξεις.
Στο εσωτερικό της χώρας, κρίσιμες υποδομές,
όπως σημαντικοί λιμένες και συστήματα αυτοματισμού των δικτύων διανομής
ενέργειας, ενδέχεται επίσης να αποτελέσουν στόχο κυβερνοεπιθέσεων ή
άλλων μορφών ψηφιακής δολιοφθοράς.
Μέσα σε αυτό το ασταθές
και διαρκώς μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον, το οποίο
χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, συνεχείς ανταγωνισμούς ισχύος, αναζήτηση
νέων ισορροπιών και ανάδυση νέων κινδύνων αλλά και ευκαιριών, ο
παράγοντας του χρόνου ενδέχεται να λειτουργεί ευνοϊκά για την Τουρκία.
Τα
τουρκικά συμφέροντα στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Κύπρο
θεωρούνται στρατηγικής σημασίας και, ως εκ τούτου, συνδέονται με την
ανάγκη διατήρησης ισχυρών δυνατοτήτων αποτροπής.
Στο πλαίσιο αυτό, η
τουρκική στρατηγική σκέψη οφείλει να συνυπολογίζει την ικανότητα
ασύμμετρης αντίδρασης ως έναν από τους παράγοντες που μπορούν να
συμβάλουν στην εξισορρόπηση ισχύος και στην ενίσχυση της αποτροπής,
σε ό,τι αφορά την προάσπιση των τουρκικών συμφερόντων στο Αιγαίο, στην
Ανατολική Μεσόγειο και στην Κύπρο, καταλήγει ο Necat Eslen.
www.bankingnews.gr