Η
Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ερευνά την απάτη με τις στημένες ιστοσελίδες που
δημιουργήθηκαν με κυβερνητική καθοδήγηση τα προηγούμενα χρόνια και δεν
τις διάβαζε… κανείς, ώστε κάποιοι και από τις δύο πλευρές να «τσεπώνουν»
πολλά εκατομμύρια ευρώ.
Ειδικότερα, ένα ακόμα σκοτεινό κεφάλαιο στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος από την κυβέρνηση Μητσοτάκη με επίκεντρο την κρατική διαφήμιση και τη διοχέτευση εκατομμυρίων ευρώ σε μέσα ενημέρωσης αμφίβολης απήχησης ή σε ιστοσελίδες-φαντάσματα, έρχεται στο φως της δημοσιότητας, καθώς η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ερευνά την διαδρομή αυτών των κονδυλίων προερχομένων από το Ταμείο Ανάκαμψης και την δημόσια τηλεόραση!
Επί
χρόνια, σημαντικά ποσά κατέληγαν συστηματικά σε ανύπαρκτα, μικρά ή
μεσαία μιντιακά συγκροτήματα, τα οποία αναδεικνύονταν ξαφνικά σε
«κεντρικούς προορισμούς» ενημερωτικών καμπανιών υπουργείων.
Την
ίδια στιγμή, μεγάλοι και καθιερωμένοι διαφημιστικοί όμιλοι αποκλείονταν
από τις διαδικασίες, ενώ ΜΜΕ με πραγματική, μετρήσιμη απήχηση στην
κοινωνία λάμβαναν αναλογικά ελάχιστα ή και καθόλου χρήματα όπως στην
περίπτωση του pronews.gr, το οποίο δεν πήρε ποτέ ούτε ένα ευρώ παρά το
γεγονός ότι πάντα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις των ειδησεογραφικών sites
με όρους επισκεψιμότητας.
Ειδικά στα χρόνια της πανδημίας, οι «χρηματοδοτήσεις» αυτές ήταν γνωστές ως «Λίστα Πέτσα».
Το αποτέλεσμα; Μια τεχνητή πριμοδότηση «εκλεκτών» που μετατρέπει την κρατική διαφήμιση από εργαλείο ενημέρωσης σε μηχανισμό επιρροής, εξαγοράς της σιωπής και χρηματοδότησης των «δικών μας παιδιών».
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αναφέρεται σε κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης που φέρονται να διοχετεύθηκαν σε ιστοσελίδες χωρίς ουσιαστική παρουσία ή αναγνωσιμότητα, για δήθεν ενημερωτικές εκστρατείες.
Αν οι ισχυρισμοί αυτοί επιβεβαιωθούν, τότε δεν μιλάμε απλώς για κακοδιαχείριση, αλλά για καραμπινάτη διασπάθιση κοινοτικού χρήματος – κάτι που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη σοβαρότητα.
Παράλληλα, ερωτήματα εγείρονται και για τη διαχείριση κονδυλίων στην ΕΡΤ.
Η δημόσια τηλεόραση, αντί να λειτουργεί ως ανεξάρτητος πυλώνας ενημέρωσης, κατηγορείται ότι μετατράπηκε σε ακόμη ένα κανάλι διοχέτευσης πόρων προς «ημέτερους».
Όταν τα χρήματα των φορολογουμένων και των Ευρωπαίων πολιτών καταλήγουν σε καμπάνιες αμφίβολης αποτελεσματικότητας ή σε μέσα χωρίς πραγματικό κοινό, το αφήγημα της διαφάνειας και του «επιτελικού κράτους» καταρρέει.
Η πρακτική του αποκλεισμού μεγάλων διαφημιστικών ομίλων και της τεχνητής ενίσχυσης μικρότερων, «φιλικών» παικτών δεν είναι απλώς ζήτημα αγοράς.
Αποτελεί ευθεία παρέμβαση στον πλουραλισμό της ενημέρωσης. Όταν τα μέσα με πραγματική απήχηση υποχρηματοδοτούνται, ενώ ταυτόχρονα ενισχύονται πλατφόρμες χωρίς ουσιαστικό κοινό, το αποτέλεσμα είναι η στρέβλωση του δημόσιου διαλόγου και η χειραγώγηση της κοινής γνώμης.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, δεν αρκείται σε γενικές εξηγήσεις περί «ενημερωτικών εκστρατειών».
Ζητά αναλυτικά παραστατικά, τιμολόγια, κριτήρια κατανομής και αποδείξεις πραγματικής απήχησης.
Όταν ανοίξουν οι φάκελοι, οι δικαιολογίες περί «στρατηγικής επικοινωνίας» ενδέχεται να αποδειχθούν ανεπαρκείς.
Η προοπτική ευρωπαϊκής έρευνας προκαλεί ήδη αναστάτωση σε υπουργικά γραφεία και σε μιντιακά συγκροτήματα που επί χρόνια απολάμβαναν προνομιακή μεταχείριση.
Η εμπειρία από άλλες υποθέσεις (ΟΠΕΚΕΠΕ, συμβάσεις πληροφορικής με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης) δείχνει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν διστάζει να προχωρήσει σε διώξεις ακόμη και εναντίον εν ενεργεία πολιτικών προσώπων.
Αν οι καταγγελίες περί διοχέτευσης εκατομμυρίων σε ανύπαρκτες ή «φιλικές» ιστοσελίδες επιβεβαιωθούν, τότε το πλήγμα για την κυβέρνηση θα είναι πολλαπλό: θεσμικό, πολιτικό και ηθικό.
Διότι δεν πρόκειται απλώς για κακή διαχείριση. Πρόκειται για τη μετατροπή του δημόσιου χρήματος σε εργαλείο ελέγχου της ενημέρωσης.