>

ΙΝΕ – ΓΣΕΕ : Η φτώχεια και η ανεργία συνεχώς αυξάνονται...


Αυξήθηκαν πάνω από 50% οι Έλληνες που ζουν στην φτώχεια  την ώρα μάλιστα που μειώνονται οι δαπάνες κοινωνικής προστασίας περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα-μέλος της Ε.Ε. μας λέει η νέα έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία που παρουσιάστηκε σήμερα το μεσημέρι στη Ρόδο, στο πλαίσιο του ετήσιου συνεδρίου της ΓΣΕΕ, από τον επιστημονικό διευθυντή του Ινστιτούτου, Γιώργο Αργείτη.
Τα βασικά συμπεράσματα είναι οι αρνητικές δημοσιονομικές
και μακροοικονομικές εξελίξεις, καθώς και οι υφεσιακές επιπτώσεις της ασκούμενης πολιτικής στην απασχόληση.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, η πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας το 2015 ανακόπηκε ως αποτέ­λεσμα της διάχυτης αστάθειας και αβεβαιότητας που επικράτησε στην οικονομία το α΄ εξάμηνο του έτους. Η επιδείνωση της δημοσιονομικής κατάστασης ενέτεινε τους περιορισμούς ρευστότητας του δημόσιου τομέα και αποσταθεροποίησε το μακροοικονομικό και το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας. Η υπογραφή και η εφαρμογή του τρίτου Μνημονίου συνεπάγεται τη συνέχιση της πολιτικής της δημοσιονομικής λιτότητας, συνεπώς η προοπτική δημιουργίας βιώσιμων πρω­τογενών πλεονασμάτων και εξόδου από την κρίση είναι αρνητική. Η πιθανότητα νέας μείωσης του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) το 2016 θα στερήσει από τον δημόσιο τομέα ενδογενείς ροές ρευστότητας, συντηρώντας το πρόβλημα φερεγγυότητας και το υψηλό πιστωτικό ρίσκο της οικονομίας.
Στο επίκεντρο της Έκθεσης του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία προκύπτουν όμως και σημαντικά συμπεράσματα από την ανάλυση βασικών μακροοικονο­μικών μεγεθών και της εξέλιξης των διατομεακών σχέσεων της οικονομίας. Το α΄ εξάμηνο του 2015 το ΑΕΠ σε σταθερές τιμές αυξήθηκε κατά 0,6%, με την τάση να αναστρέφεται το γ΄ τρίμηνο (μείωση κατά 1,1%) κυρίως λόγω της αβεβαιότητας την οποία τροφοδότησαν οι πολιτικές εξελίξεις. Παράλληλα, οι καθαρές εξαγωγές αυξήθηκαν οριακά το 2015 λόγω της πτώσης των εισαγωγών, η οποία αποδίδεται κυρίως στη συνεχιζόμενη μείωση του πραγματικού μισθού, αλλά και στην εφαρ­μογή των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων. Το πρόβλημα της αποεπένδυσης συνεχίζει και υφίσταται πάρα την ισχνή, πρόσκαιρη ανάκαμψη που παρατηρήθηκε στις αρχές του 2015, ενώ η βελτίωση στο εμπορικό ισοζύγιο δεν αποτελεί ικανή συνθήκη για την αντιστάθμιση των αρνητικών επιπτώσεων της λιτότητας στην εγχώρια οικονομική δραστηριότητα. Η μακροχρόνια αποεπένδυση έχει επηρεάσει το δυνητικό ΑΕΠ της οικονομίας, γεγονός που δημιουργεί μακροοικονομικούς κιν­δύνους και περιορισμούς όταν η χώρα επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης.
Στην αγορά εργασίας η έκθεση επισημαίνει  ότι η αποκλιμάκωση του ποσοστού ανεργίας συνεχίζεται με ιδιαίτερα αργό ρυθμό, με αποτέλεσμα η ανεργία να παραμένει σε υψηλότατα επίπεδα και συγκεκριμένα στο 24%. Η ενίσχυση της αβεβαιότητας, καθώς και οι συνεχείς απαιτήσεις των δανειστών για επιπλέον μέτρα υλοποίη­σης της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης αποτελούν τους κύριους παράγο­ντες που βραχυπρόθεσμα απειλούν να ανατρέψουν την τάση αποκλιμάκωσης της ανεργίας. Επίσης τονίζει ότι η μακροχρόνια ανεργία, διαχρονικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, έχει εκτιναχθεί στο 73,7% των ανέργων.
Μελετώντας τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ανεργίας η έκθεση,  σημειώνει ότι το ποσοστό των ανέργων κλιμακώνεται όσο μικραίνουν οι ηλικιακές κατηγορίες, με το υψηλότερο ποσοστό (58,1%) να εμφανίζεται στις ηλικίες 15 έως 19 και το δεύτερο υψηλότερο (47,7%) στις ηλικίες 20 έως 24 ετών.
Έτσι λοιπόν η αγορά εργασίας έχει άμεση και αρνητική επίδραση στα μεγέθη της φτώχειας, της υλικής αποστέρησης και της κοινωνικής ανισότητας. Σε σχέση με το 2010 ο δείκτης της απόλυτης φτώ­χειας έχει αυξηθεί κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες, υποδηλώνοντας έτσι υπερδι­πλασιασμό του αριθμού των φτωχών νοικοκυριών. Συγκεκριμένα, το 48% των νοικοκυριών αδυνατεί να καλύψει βασικές ανάγκες, ποσοστό που αυξάνεται στο 43,4% για τους ανέργους. Έχει σημασία δε να τονίσουμε ότι, παρά τη σημαντική χειροτέρευση του φαινόμενου της φτώχειας, οι δαπάνες κοινωνικής προστασίας μειώνονται ποσοστιαία περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα-μέλος της ΕΕ-15.
Επίσης το εύρος και η ένταση των αλλαγών που έχουν γίνει στις εργασιακές σχέσεις αναλύθηκαν εκτενώς στις Ετήσιες Εκθέσεις του ΙΝΕ ΓΣΕΕ των τελευταίων ετών. Από την ανάλυση των τελευταίων στοιχείων προκύπτει ότι το 2015 οι επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ) επικρατούν σχεδόν καθολικά, αντιπροσωπεύοντας το 94% του συνόλου των συλ­λογικών συμβάσεων. Σε σύνολο 282 ΣΣΕ, οι 263 είναι επιχειρησιακές, μόνο οι 12 είναι εθνικές, κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές, ενώ 7 είναι τοπικές ομοιοεπαγ­γελματικές. Παρατηρούμε επίσης ότι ο αριθμός των προσλήψεων μερικής απα­σχόλησης και εκ περιτροπής εργασίας, δηλαδή οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης, αυξάνεται διαχρονικά με αντίστοιχη υποχώρηση των προσλήψεων πλήρους απα­σχόλησης. Η ποσοστιαία τους αναλογία στο σύνολο των προσλήψεων μεταξύ 2009 και 2015 υπερδιπλασιάζεται. Το 2009, οι προσλήψεις με ευέλικτες μορφές εργασίας αντιστοιχούσαν στο 21% του συνόλου των προσλήψεων, ενώ το 2015 αντιστοιχούν στο 55%. Την περίοδο 2014-2015 οι νέες προσλήψεις με μερική απα­σχόληση είναι αυξημένες κατά 19,6% και με εκ περιτροπής εργασία κατά 45,6%. Τα ευρήματα αυτά μας οδηγούν στην εκτίμηση ότι οι ευέλικτες μορφές εργασίας είναι πλέον κύριο χαρακτηριστικό της ελληνικής αγοράς εργασίας. Η ευελιξία της αγοράς εργασίας ενισχύεται και επιταχύνεται και από τη μετατροπή των ατο­μικών συμβάσεων εργασίας από συμβάσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης σε συμβάσεις μερικής απασχόλησης και εκ περιτροπής εργασίας.
Από την επεξεργασία των στοιχείων της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού σχετικά με το ύψος των μηνιαίων αμοιβών που απολαμβάνουν οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα προκύπτει η εξής κατανομή στις καθαρές μηνιαίες αποδοχές, η οποία απο­τυπώνει τη συμπίεση των μισθών και του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων στη διάρκεια της κρίσης: κάτω των 800 ευρώ σε ποσοστό 50% (14,5% μέχρι 499 ευρώ, 22% μεταξύ 500-699 ευρώ και 13,5% μεταξύ 700-800 ευρώ), μεταξύ 800- 1.000 ευρώ σε ποσοστό 18,6% και άνω των 1.000 ευρώ σε ποσοστό 15,7% (9,8% μεταξύ 1.000-1.299 ευρώ και 5,9% άνω των 1.300 ευρώ). Αξιοσημείωτη είναι και η πτώση της αγοραστικής δύναμης του πραγματικού κατώτατου μισθού στην Ελλάδα, καθώς την περίοδο 2010-2015 σημειώθηκε μείωση κατά 24,7% και κατά 34,3% για τους νέους κάτω των 25 ετών.

topontiki.gr

Related Posts