Ελευθερία είναι να φοβάται η κυβέρνηση τον Tύπο και όχι το αντίθετο...






Την δεκαετία του 1940 ο Καρλ Πόπερ δημοσίευσε ένα από τα σημαντικότερα βιβλία του 20ού αιώνα, το «Η ανοιχτή
κοινωνία και οι εχθροί της». Σε αυτό ο Πόπερ παρουσιάζει, ανάμεσα σε άλλα θέματα, με τεκμηριωμένο και συνάμα πειστικό τρόπο αρκετές από τις εγγενείς αδυναμίες του σοσιαλισμού. Ο Πόπερ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο σοσιαλισμός δε μπορεί να συνδυαστεί με την ατομική ελευθερία. Ο Αυστριακός φιλόσοφος παραδέχεται ότι ενώ τίποτα δεν είναι ωραιότερο από το να ζει κανείς ελεύθερα μέσα σε μια κοινωνία ισότητας, αυτό δε μπορεί να συμβεί, είναι ουτοπία. Άρα πρέπει να διαλέξουμε που θα δώσουμε προτεραιότητα: στην ελευθερία ή την ισότητα; Κατά τον Πόπερ, η ελευθερία είναι σημαντικότερη από την ισότητα και η προτεραιότητα που αποδίδουν οι σοσιαλιστές στην ισότητα θέτει σε κίνδυνο την ελευθερία. Ο Πόπερ επεσήμανε εμφατικά ότι, αν χαθεί η ελευθερία, δεν θα υπάρχει ισότητα ούτε ανάμεσα στους ανελεύθερους.
Στην Ελλάδα, εν έτει 2016, υπάρχουν άνθρωποι που εκπλήσσονται από τις νομοθετικές πρωτοβουλίες και τις δημόσια διακηρυγμένες προθέσεις της κυβέρνησης να προχωρήσει στη «ρύθμιση» του χώρου της ενημέρωσης και της μαζικής κουλτούρας (τηλεόραση, ραδιόφωνο, διαδίκτυο), με πολιτικές σαφέστατα περιοριστικές και συγκεντρωτικές. Πολλοί θεωρούν ότι πρόκειται για ένα πολιτικό καπρίτσιο· άλλοι μιλούν για στυγνό σχέδιο πολιτικής κυριαρχίας. Αν και οι αυθαίρετες ερμηνείες προθέσεων είναι σαγηνευτικές σε μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, υποστηρίζω κάτι απλούστερο: πρόκειται για ζήτημα βαθιά ιδεολογικό, όπως ακριβώς γίνεται με τους φόρους και το προσφυγικό. Μια σοσιαλιστική κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα διαφορετικό, γιατί οι σοσιαλιστές θεωρούν την ελευθερία έλασσον αγαθό. Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά τους από τους φιλελεύθερους.
Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, με τη ραγδαία ανάπτυξη της μαζικής ενημέρωσης, η ανθρωπότητα εκλήθη να απαντήσει σε ένα οξύτατο και πιεστικότατο πρόβλημα: πρέπει το κράτος να παρεμβαίνει στην λειτουργία του Τύπου, ώστε να προφυλάσσονται οι πολίτες από την ασυδοσία των μέσων ενημέρωσης, ή πρέπει ο χώρος του Τύπου να αφήνεται απροϋπόθετος, στο όνομα της ελευθερίας της έκφρασης; Όσοι συντάχθηκαν με την άποψη της κρατικής παρέμβασης και της κεντρικής ρύθμισης της ενημέρωσης υποστήριξαν ότι δε μπορεί το κράτος να μένει απαθές σε φαινόμενα παραπληροφόρησης, χειραγώγησης, ευτέλειας και πολιτιστικής αλλοτρίωσης. Έφτασαν να υποστηρίζουν τη θέση ότι οι κρατικές αρχές οφείλουν να λειτουργούν πατερναλιστικά.
Ειδικότερα, το κράτος, λειτουργώντας σαν πατέρας ανήλικου τέκνου, επιβάλλεται να μας προστατεύει από την διαφθαρτική επίδραση του Τύπου, λαμβάνοντας ακόμα και προληπτικά μέτρα ρύθμισης της ενημέρωσης και της πληροφόρησης. Κατ' ουσία, οιονεί λογοκρισία. Το πατερναλιστικό κράτος αναλαμβάνει να αποφασίσει ποιο είναι το «καλό» των πολιτών του και να το υπερασπιστεί με κάθε τίμημα. Οι πολίτες -ή καλύτερα ο λαός, σύμφωνα με την αντίληψη των προμάχων τέτοιων θεωρήσεων- είναι ανίκανος να κατανοήσει το συμφέρον του, αδύναμος να αυτοπροστατευθεί και διαθέτει εξ ορισμού ελλειμματική κρίση. Άρα, έρχεται κάποιος άλλος, ο πατέρας του λαού, να τον προστατεύσει από τον προαιώνιο ταξικό εχθρό και τα τσιράκια του, τα μέσα ενημέρωσης. Αυτή είναι η σοσιαλιστική επιλογή, την οποία ασπάζονται και όσοι δεν αντιλαμβάνονται ή υποβαθμίζουν τον κίνδυνο του ολοκληρωτισμού που ελλοχεύει σε αυτή τη θεώρηση. Το όποιο «κοινό καλό» θεωρείται υπέρτατο και αμάχητο. Είναι ακριβώς η ίδια λογική, που στο όνομα του «κοινού καλού», αποφασίζει πόσα χρήματα θα έχεις διαθέσιμα σε φυσική μορφή ανά εβδομάδα και που και πως θα τα ξοδεύεις.
Από την άλλη υπάρχουν εκείνοι που υπερασπίζονται ένθερμα την απροϋπόθετη λειτουργία του Τύπου με βασικό επιχείρημα την απόλυτη προστασία της ελευθερίας. Οι υπέρμαχοι αυτής της αντίληψης υποστηρίζουν ότι η ελευθερία είναι υπέρτατο αγαθό, σπουδαιότερο, για ορισμένους, και από την ίδια την ζωή. Ζωή διαθέτουν και τα ζώα, ενώ ελευθερία, με την έννοια της έλλογης και συνειδητής σκέψης και δράσης, μόνο ο άνθρωπος. Η ελευθερία συνεπώς αποτελεί την ειδοποιό διαφορά του ανθρώπινου είδους, αυτό που το ξεχωρίζει από τα άλλα έμβια είδη. Επομένως, οι άνθρωποι πρέπει να αποφασίζουν μόνοι τους για τους σκοπούς του βίου τους και τα μέσα επίτευξης αυτών, αρκεί με τις ενέργειές τους να μην απειλείται η ομαλή συμβίωση σε πολιτικά οργανωμένες κοινότητες.
Οι νόμοι υπάρχουν για να προστατεύουν και να διασφαλίζουν την ελευθερία, όχι για να αποφασίζει μέσω αυτών το κράτος το «καλό» των πολιτών και να τους το επιβάλλει ετσιθελικά. Κατά τον φιλελευθερισμό, οι άνθρωποι είναι πολίτες και όχι λαός, διαθέτουν δικαιώματα, λογική και αυτενέργεια. Άρα, καμιά προληπτικού χαρακτήρα ρύθμιση στο χώρο της ενημέρωσης και της πληροφόρησης δε μπορεί να δικαιολογηθεί. Είναι εξ ορισμού καταδικαστέα ως φαινόμενο ολοκληρωτισμού. Ο Τύπος τελεί υπό την εποπτεία της ανεξάρτητης δικαιοσύνης και ανεξάρτητων αρχών (όπως το ΕΣΡ), ώστε να ελαχιστοποιείται η δυνατότητα άμεσης παρέμβασης του κράτους.
Οι φιλελεύθεροι δέχθηκαν αυτή την πρόβλεψη γιατί είναι εύκολα κατανοητό ότι στο πλαίσιο της δικής τους αντίληψης περί απόλυτης ελευθερίας ελλοχεύει η ασυδοσία του Τύπου, η οποία αποτελεί συχνότατα συντελεσμένη πραγματικότητα. Κανείς εχέφρων άνθρωπος δε μπορεί να αρνηθεί ότι ο τύπος παρεκτρέπεται και προβαίνει σε ακρότητες. Όταν όμως υπερβαίνονται τα όρια και απειλούνται τα ανθρώπινα δικαιώματα, αναλαμβάνουν η δικαιοσύνη και οι ανεξάρτητες αρχές, όχι η πολιτική εξουσία, η οποία έχει συμφέρον να δημιουργεί διαπλοκή με τον τύπο προς όφελός της. Εξουσία δίχως στήριξη από τον Τύπο δεν υπάρχει, οπότε κάθε πολιτικός μπαίνει στον πειρασμό, εκμεταλλευόμενος την ισχύ του κράτους, να επηρεάσει ή να καθυποτάξει τα μέσα ενημέρωσης, δημιουργώντας μείζον πρόβλημα ελευθερίας και δημοκρατίας. Το ίδιο επιχειρούν και εξωθεσμικά κέντρα, με παρόμοια αποτελέσματα, χωρίς όμως αυτό να δίνει το δικαίωμα στο κράτος να παρεμβαίνει περιοριστικά και κατασταλτικά στη λειτουργία του Τύπου. Για αυτό αποτελεί αδιαπραγμάτευτη αρχή του φιλελευθερισμού ότι οι ενήλικοι πολίτες, που ψηφίζουν και κατέχουν την κυριαρχία στο πλαίσιο της δημοκρατίας, είναι και οι μόνοι υπεύθυνοι να επιλέγουν πηγές ενημέρωσης, στόχους ζωής και μέσα επίτευξής τους.
Συνεπώς, άμεμπτη και δίχως μειονεκτήματα επιλογή δεν υπάρχει. Κάθε κοινωνία επιλέγει, ανάλογα με τον αξιακό της κώδικα και τις αρχές της, τη μια λύση ή την άλλη. Οι χώρες που εμφορούνται από τα ιδανικά του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού έκαναν εδώ και αρκετές δεκαετίες την επιλογή τους. Θεώρησαν ότι είναι προτιμότερη μια κοινωνία ελευθερίας, όπου το κράτος διασφαλίζει και διευκολύνει την ελεύθερη λειτουργία των μέσων ενημέρωσης -ακόμα και όταν αυτά παρεκτρέπονται- ώστε να μην επαναληφθούν φαινόμενα ολοκληρωτισμού, σαν και εκείνα που οδήγησαν τον Πόπερ να γράψει το «Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της», και για να μην δημιουργηθούν στο μέλλον δυστοπίες, σαν και εκείνη που περιέγραψε ο Όργουελ στο «1984».
Αν η κυβέρνηση θέλει να προστατεύσει τους πολίτες από την παραπληροφόρηση και την πολιτιστική αλλοτρίωση, οφείλει να διασφαλίσει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και των ανεξάρτητων αρχών, προκειμένου αυτές να διασφαλίζουν την ποιότητα της ενημέρωσης και την ανεξαρτησία του Τύπου.
Επίσης, η κυβέρνηση οφείλει να αναβαθμίσει το επίπεδο της παρεχόμενης παιδείας, ώστε οι πολίτες να είναι ικανοί να επιλέγουν ορθολογικά το είδος και το επίπεδο της ενημέρωσης που τους εκφράζει. Οι ίδιοι, όχι άλλος. Η ποιότητα της ενημέρωσης συναρτάται με την πολυφωνία και την περισσότερη ελευθερία. Η Ελλάδα, το 2016, προβαίνει σε μια άλλη επιλογή, αυτή του πατερναλισμού. Και μη χειρότερα.

.huffingtonpost

Related Posts